![]() |
| Το παραμύθι ξεπήδησε από τα πράσινα μπιζέλια της εικόνας. |
Η πριγκίπισσα έφτασε βράδυ στο παλάτι. Είχε χάσει τη συνοδεία της μέσα στην καταιγίδα που άρχισε ξαφνικά… Ζήτησε να την φιλοξενήσουν.
“Είμαι πριγκίπισσα”, τους είπε.
“Αληθινή πριγκίπισσα;” τη ρώτησε η βασίλισσα.
“Ναι!” απάντησε αυτή.Η βασίλισσα δεν την πίστεψε, όμως για να βεβαιωθεί κάλεσε τις καμαριέρες και τους είπε: “Θα βάλετε τα πιο χοντρά μας στρώματα στο κρεβάτι και από πάνω τα πιο μαλακά παπλώματα. Κάτω -κάτω θα βάλετε αυτό το μπιζέλι”
Η πριγκίπισσα έκανε μπάνιο, έφαγε μαζί με το βασιλικό ζεύγος και το νεαρό όμορφο πρίγκιπα και μετά κουρασμένη έπεσε να κοιμηθεί αγκαλιά με την κούκλα της, που δεν αποχωριζόταν ποτέ. Την είχε φτιάξει η βασίλισσα γιαγιά της στα βαθιά- βαθιά γεράματα της, από νήμα βουτηγμένο σε χρώμα από παπαρούνες και κόκκινες ανεμώνες…
Κοιμήθηκε χαμογελαστή και ονειρεύτηκε μια βροχή από μπιζέλια. Έβγαινε λέει και τα μάζευε και μαγείρευε μια μυρωδάτη μπιζελόσουπα. Σαν αυτή που άρεσε στην “πράσινη πριγκίπισσα” που της έλεγε η γιαγιά της.
Υπήρχαν πάντα ιστορίες με χρωματιστές πριγκίπισσες και μια σειρά από κούκλες της γιαγιάς. Όταν τα χρώματα τέλειωσαν, η γιαγιά έφυγε για μακρινό ταξίδι και κανείς δεν την ξαναείδε…
